πουλολόγος

Μεσαιωνικό ποίημα του 14ου αι., γραμμένο στη δημοτική γλώσσα. Αποτελείται από 650 πολιτικούς στίχους. Ίσως το ποίημα γράφτηκε σε κάποια χώρα, της οποίας οι κάτοικοι εξοικειώθηκαν με τα φραγκικά ήθη. Ο τίτλος του ποιήματος οφείλεται στο περιεχόμενό του, που συγγενεύει στενά με ένα άλλο ποίημα της ίδιας εποχής, τη Διήγησι παιδιόφραστο των τετραπόδων ζώων. Στο ποίημα αυτό, ο βασιλιάς αετός διοργανώνει στους γάμους του γιου του πλούσιο φαγοπότι, στο οποίο προσκάλεσε όλα τα πουλιά. Το γλέντι όμως κατέληξε σε μεγάλη φιλονικία αλλά τελικά μπόρεσε να την κατευνάσει ο αετός με τα συνετά του λόγια. Ο σκοπός του ποιήματος είναι διδακτικός και σατιρικός. Διακρίνονται κάποιοι υπαινιγμοί, όχι μόνο για την ανθρώπινη αδυναμία, αλλά και για τα πολιτικά, εθνογραφικά και εκκλησιαστικά ζητήματα του Βυζαντίου εκείνης της εποχής. Χαρακτηριστικοί είναι επίσης οι χλευασμοί εναντίον των γειτονικών λαών (Φράγκων, Βουλγάρων, Τατάρων, Χαζάρων κ.ά.). Το ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε από τον Γερμανό ελληνιστή Γ. Βάγκνερ (1874).
* * *
και πουλλολόγος και πουλολός και πουλλολός, ο, ΝΜ
1. ο πουλοκυνηγός («σαν πουλολόγος ξόβεργα βροχόλουρα και δίχτυα θε να στήσω», Γρυπ.)
2. ως κύριο όν. Πουλολ(λ)όγος
τίτλος μεσαιωνικού δημώδους ποιήματος με διδακτικό και σατιρικό περιεχόμενο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πουλί/ πουλλί + -λόγος*].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • -λόγος — (AM λόγος) β συνθετικό πολλών παροξύτονων ονομάτων και επιθέτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής που δηλώνουν αυτόν που λέει ό,τι δηλώνει το α συνθετικό (αισχρολόγος «αυτός που μιλάει αισχρά», ευφυολόγος «αυτός που λέει έξυπνα αστεία») ή αυτόν που …   Dictionary of Greek

  • Ψαρολόγος — Δημοτικό μεσαιωνικό ποίημα με θέμα τη ζωή των ψαριών. Τέτοια έργα, σχετικά με ζώα και φυτά (Πουλολόγος, Πωρικολόγος κ.ά.), ήταν συνηθισμένα και δημοφιλή τα τελευταία χρόνια του Μεσαίωνα και αποτελούν ξεχωριστό κύκλο έργων της ελληνικής… …   Dictionary of Greek

  • πουλιτζίζης — ὁ, Μ [πουλίτζιν] ο πουλολόγος …   Dictionary of Greek

  • πουλολός — και πουλλολός, ο, ΝΜ βλ. πουλολόγος …   Dictionary of Greek

  • σάτιρα — Λογοτεχνικό είδος που έχει σκοπό να υπογραμμίσει και να καυτηριάσει, με στοιχεία κυρίως κωμικά και παραμορφωτικά αλλά συχνά και τραγικά τα ανθρώπινα ελαττώματα και ατέλειες και επομένως να διορθώσει τα ήθη. Είναι δύσκολο να αναπλάσουμε την… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Γραμματεία και Λογοτεχνία — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ H λέξη ιστορία συνδέεται ετυμολογικά με τη ρίζα Fιδ , η οποία σημαίνει «βλέπω», και υπό αυτή την έννοια ιστορία είναι η αφήγηση που προκύπτει από έρευνα βασισμένη στην προσωπική παρατήρηση. Τα κείμενα των αρχαίων… …   Dictionary of Greek

  • Πωρικολόγος — Διήγηση σε πεζό λόγο, που αποτελεί γενική περιγραφή των οπωρικών, από τα οποία και προέρχεται ο τίτλος της. Ο Π. είναι έργο ανάλογο με το Φυσιολόγος και τον Πουλολόγος. Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς γράφτηκε το έργο, επειδή όμως γίνεται σε αυτό… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.